Κυριακή, 26 Απριλίου 2009

Ολο και πιο ακριβή η εισαγωγή στα Πανεπιστήμια: Το κόστος προετοιμασίας επηρεάζει την κοινωνική ταυτότητα των εισακτέων

Του Αποστολου Λακασα (Από την εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 18-19 Απριλίου 2009)
Η οικονομική αφαίμαξη της ελληνικής οικογένειας ως προαπαιτούμενο για την επιτυχία των υποψηφίων στα ΑΕΙ (οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα) «και μάλιστα σε μια καλή σχολή», αποτυπώνεται εν πολλοίς στην «κοινωνική ταυτότητα» των επιτυχόντων. Σαφώς, όσοι προέρχονται από οικογένειες «κατεχόντων», διαθέτουν ισχυρό προβάδισμα εισαγωγής και είναι ενδεικτικό ότι ολοένα αυξάνεται ο αριθμός επιτυχόντων με γονείς που κατέχουν υψηλή επαγγελματική θέση, όπως μειώνεται ο αριθμός εκείνων π.χ. με γονείς γεωργούς ή εργάτες.
Μεγάλο κόστος:
Τα στοιχεία του Κέντρου Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ δείχνουν ότι περίπου 450 εκατ. ευρώ δίνουν οι ελληνικές οικογένειες για την προετοιμασία των παιδιών πριν από τις πανελλαδικές εξετάσεις. Οι γονείς διαθέτουν κατά μέσον όρο 7.250 ευρώ για την διετία Β΄ - Γ΄ Λυκείου, τότε δηλαδή που εντείνεται η φροντιστηριακή υποστήριξη. Ειδικότερα, από τα στοιχεία έρευνας του κ. Νίκου Γεωργιάδη, διδάκτορα στο Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Πανεπιστημίου Αθηνών (η οποία βασίστηκε σε στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας), προκύπτουν τα ακόλουθα:
Καταγράφεται
σαφής μείωση στο ποσοστό των εισακτέων που δήλωσαν ότι το επάγγελμα του πατέρα τους είναι τεχνίτης. Ενώ το 2000 το 16,04% όσων εισήχθησαν σε ΑΕΙ ήταν από τη συγκεκριμένη επαγγελματική κατηγορία γονέα, το 2006 το ποσοστό μειώθηκε στο 13,15%.
Το ίδιο συμβαίνει
και με τους εισακτέους, οι οικογένειες των οποίων απασχολούνται στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Το 2000, το ποσοστό τους επί του συνόλου ήταν 5,01%, ενώ μία εξαετία αργότερα, έστω και λίγο, μειώθηκε στο 4,81%.
Στον αντίποδα
, μεγάλη είναι η αύξηση των εισακτέων που δήλωσαν ότι ο πατέρας τους απασχολείται σε θέση ανώτερου στελέχους. Από 1,45% επί του συνόλου των επιτυχόντων στα ΑΕΙ το 2000, το ποσοστό τους έφτασε στο 2,75% το 2006.
Το ποσοστό
των εισακτέων με πατέρα επιστήμονα - ελεύθερο επαγγελματία μειώθηκε από 28,48% το 2000 σε 25,31% το 2006. Η μείωση αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι αυξήθηκαν τα ποσοστά των νέων με πατέρα υπάλληλο γραφείου και απασχολούμενο στον τομέα των υπηρεσιών -επαγγελματικές κατηγορίες στις οποίες μεγάλο τμήμα των εργαζομένων κατέχουν πανεπιστημιακό τίτλο. Ενδεικτικά, η κατηγορία των υπαλλήλων γραφείου αύξησε το μερίδιό της από 18,32% σε 19,26% και των εργαζομένων στον τομέα των υπηρεσιών από 9,86% σε 10,64%. Το ίδιο συνέβη με τους τεχνολόγους (από 7,26% σε 9,47%).
Το μορφωτικό επίπεδο:
Αυξητική είναι η τάση των επιτυχόντων που έχουν πατέρα κάτοχο μεταπτυχιακού τίτλου (από 4,99% σε 6%) σε αντίθεση με την κατηγορία των εισακτέων με πατέρα απόφοιτο Δημοτικού (από 16,82% το 2000 σε 11,11% το 2006). Η μεγάλη μείωση του ποσοστού των υποψηφίων με πατέρα απόφοιτο Δημοτικού καταδεικνύει την υψηλή συσχέτιση του εκπαιδευτικού επιπέδου της οικογένειας με τις επιλογές των παιδιών. Βέβαια, η τάση αυτή σχετίζεται σαφώς και με την μείωση όσων εγκαταλείπουν τις σπουδές τους πρόωρα (η εξαετία σύγκρισης, 2000 - 2006, αποτελεί μία εκπαιδευτική «φουρνιά»).

Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

Μικρότερη η επιτυχία μαθητών από περιοχές χαμηλής ανάπτυξης

Του Αποστολου Λακασα
Χωρίς αντίκρισμα είναι η επιταγή της δωρεάν παιδείας στην Ελλάδα. Περίπου 449,17 εκατ. ευρώ δίνουν οι ελληνικές οικογένειες σε φροντιστήρια ώστε οι μαθητές να προετοιμαστούν όσο το δυνατόν καλύτερα για τις κρίσιμες πανελλαδικές εξετάσεις εισαγωγής στα ΑΕΙ. Από αυτά τα χρήματα, σχεδόν το ένα τρίτο (37,6%), δηλαδή 168 εκατ. ευρώ, δεν... πιάνει τόπο, αφού οι υποψήφιοι μένουν εκτός ΑΕΙ. Η ελληνική οικογένεια αναγκάζεται να διαθέσει κατά μέσο όρο 7.250 ευρώ για τη διετία προετοιμασίας του μαθητή (τα φροντιστήρια ξεκινούν από τη Β΄ Λυκείου), με αποτέλεσμα να ευνοούνται οι υποψήφιοι από πλούσιες περιοχές και με υψηλά οικογενειακά εισοδήματα. Μάλιστα, οι αλλαγές που προετοιμάζονται στο σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ δεν θα βελτιώσουν την κατάσταση εάν προκριθεί ο βασικός κορμός των σχεδίων που έχουν προταθεί. Αντίθετα, το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών υποψηφίων θα ενισχυθεί.
Ταυτόχρονα, οι αλλαγές στο περιεχόμενο της υποχρεωτικής εκπαίδευσης είναι απαραίτητες, αφού το επίπεδο των μαθητών είναι πολύ χαμηλό. Ο μέσος βαθμός των υποψηφίων στις πανελλαδικές είναι χαμηλότερος από το 11 - συγκεκριμένα, 10.971 μόρια. Τα στοιχεία αυτά παρουσιάστηκαν χθες από το Κέντρο Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΚΑΝΕΠ) της ΓΣΕΕ, στο πλαίσιο έρευνας για τις χρονιές 2005, 2006, 2007 και 2008. Από την έρευνα προκύπτουν τα ακόλουθα:
  • Τη μικρότερη επιτυχία έχουν υποψήφιοι από περιοχές με χαμηλή ανάπτυξη, ανεργία, κλιμακούμενη αποβιομηχάνιση, χαμηλό κατά κεφαλήν εισόδημα. Στις τελευταίες θέσεις είναι οι νομοί Ροδόπης (κάτω από τα 9.739 μόρια ο μέσος όρος), Ξάνθης, Κέρκυρας, Σάμου, Ευρυτανίας, Χαλκιδικής, Κυκλάδων, Δυτικής Αττικής, Φλωρίνης, Γρεβενών. Στον αντίποδα, τη μεγαλύτερη επιτυχία την τελευταία τετραετία είχε η Β΄ Διεύθυνση Αθηνών (περιοχές βορείων προαστίων) και ακολούθησαν οι νομοί Χίου, Καρδίτσας, Α΄ Θεσσαλονίκης, Λαρίσης, Αρκαδίας, Σερρών, Ανατολικής Αττικής, Τρικάλων και Ιωαννίνων.
  • Η εμφάνιση νησιών (Κέρκυρα, Δωδεκάνησα, Κυκλάδες) μεταξύ των νομών με χαμηλό δείκτη πρόσβασης υποδηλώνει ότι πολλοί απόφοιτοι λυκείου δεν επιθυμούν να εισαχθούν στα ΑΕΙ, αλλά προτιμούν αμέσως μετά την αποφοίτηση να εργαστούν στις ντόπιες τουριστικές επιχειρήσεις. Αυτό όμως δημιουργεί έλλειμμα κατάρτισης (π.χ. σε ξένες γλώσσες, πληροφορική), το οποίο φαίνεται εντονότερα σε περιόδους κρίσης όπως η τρέχουσα, σύμφωνα με τον επιστημονικό υπεύθυνο του ΚΑΝΕΠ, καθηγητή του LSE κ. Νικόλαο Μουζέλη.
  • Εκτός από τα 168,8 εκατ. ευρώ που δίνουν για την προετοιμασία τους όσοι υποψήφιοι τελικά δεν εισάγονται σε ΑΕΙ, οι ίδιοι υπολογίζεται ότι δίνουν 131,7 εκατ. ευρώ την επόμενη χρονιά. Τα χρήματα αυτά κατανέμονται είτε σε φροντιστήρια (για όσους θα ξαναδώσουν πανελλαδικές εξετάσεις) είτε σε δίδακτρα για σπουδές σε ξένα ΑΕΙ, ελληνικά κολέγια και ΙΕΚ.
  • Το χάσμα μεταξύ εύπορων και μη περιοχών θα οξυνθεί στο μέλλον, παρότι ο γενικός μέσος όρος πρόσβασης θα παραμείνει στα επίπεδα του 72%. Σύμφωνα με τον ερευνητή του ΚΑΝΕΠ κ. Νικόλαο Παΐζη, εάν από τον εθνικό διάλογο προκριθεί το μοντέλο των εξετάσεων στις οποίες θα μετρά η επίδοση των μαθητών στο λύκειο, ενώ στις εξετάσεις λόγο θα έχουν και τα ΑΕΙ για το βαθμό βαρύτητας του κάθε μαθήματος, το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών θα οξυνθεί.
  • Κάθε χρόνο περίπου 2.000 απόφοιτοι (1.988 πέρυσι) δεν υποβάλλουν μηχανογραφικό δελτίο, παρότι έχουν περάσει το βαθμολογικό όριο εισαγωγής. Ο κύριος λόγος είναι ότι δεν εισήχθησαν σε σχολή της αρεσκείας τους.
  • Η οικονομική κρίση θα οδηγήσει περισσότερους υποψηφίους να επιλέξουν φέτος σχολές όχι με βάση τις αληθινές επιθυμίες τους, αλλά με κριτήριο την έδρα της σχολής, ώστε να μη μετακινηθούν από την οικογενειακή στέγη. Το μηνιαίο κόστος για έναν «μετανάστη» εντός Ελλάδος φοιτητή προσεγγίζει τα 1.000 ευρώ.
«Η εκπαιδευτική μας πολιτική πρέπει να αναζητήσει λύσεις ώστε όσα παιδιά δεν θα επιτύχουν σε ΑΕΙ, να έχουν επιλογές με προοπτική. Με δυο λόγια, ποιοτική μετα-δευτεροβάθμια μη τριτοβάθμια εκπαίδευση, ποιοτική και συστηματική ανάπτυξη των προγραμμάτων δια βίου εκπαίδευσης με πιστοποιημένες επαγγελματικές σπουδές» κατέληξε ο πρόεδρος του ΚΑΝΕΠ κ. Μιχάλης Κουρουτός.

Ανορθόγραφη «τροχοπαίδι» στα Πανεπιστήμια

Του Αποστολου Λακασα
Είναι τουλάχιστον παράδοξο για έναν καθηγητή πανεπιστημίου, που πλέον έχει ξεφύγει από τη διόρθωση των ορθογραφικών λαθών –τυπικά αυτό το κάνει ο δάσκαλος του σχολείου–, να διαβάζει σε γραπτό φοιτητή του για το... «τροχοπαίδι». Και όμως συνέβη στη Φιλοσοφική Αθηνών: ο φοιτητής στις εξετάσεις ήθελε να μιλήσει για την «τροχοπέδη», αλλά οι γραμματικές του ελλείψεις τον... φρέναραν οδηγώντας τον στο «παιδί του τροχού», δηλαδή το «τροχοπαίδι»! Ολο και συχνότερα απασχολεί τους πανεπιστημιακούς το φαινόμενο των ακραίων ορθογραφικών λαθών από φοιτητές. Και είναι τόσο οικτρή η κατάσταση, που διδάσκοντες αναγκάζονται να απορρίπτουν γραπτά εξαιτίας των ορθογραφικών τους λαθών. Το φαινόμενο αποτυπώνει το πρόβλημα της ελληνικής υποχρεωτικής εκπαίδευσης, όπου οι μαθητές προβιβάζονται στις τάξεις από... ανία, με σημαντικές ελλείψεις και ουδείς ενδιαφέρεται για τις ουσιαστικές βάσεις που έχει κάθε παιδί. Ετσι, είναι πια αργά όταν φτάνουν στο πανεπιστήμιο, μέσα από το σύστημα εισαγωγής το οποίο επιτρέπει ένας υποψήφιος να ξεκινήσει για τη Νομική και να βρεθεί στην Κοινωνική Θεολογία.
Δραστική αντιμετώπιση «Τα ορθογραφικά λάθη είναι πολύ συχνά. Υπάρχουν γραπτά ανορθόγραφα σε βαθμό κακουργήματος. Οι φοιτητές, επίσης, δεν ξέρουν να χρησιμοποιούν τα σημεία στίξεως, δεν βάζουν τελείες, η άνω τελεία έχει καταργηθεί», λέει στην «Κ» ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Νάσος Βαγενάς. «Αυτό το λάθος με την τροχοπέδη που μου αναφέρετε είναι μια ενδεικτική λεπτομέρεια της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η ελληνική παιδεία. Δεν είμαι οπαδός της θεωρίας της “παλιάς καλής εποχής”, αλλά πιστεύω ότι η κατάσταση σήμερα χρειάζεται δραστική αντιμετώπιση», παρατηρεί ο ίδιος. Ο έγκριτος πανεπιστημιακός είναι μεταξύ εκείνων που δεν προάγουν τους φοιτητές τους (ακόμη κι αν έχουν απαντήσεις επαρκείς, για τουλάχιστον τη βαθμολογική βάση) εάν το γραπτό έχει εξόφθαλμα ορθογραφικά λάθη. «Τους ζητώ να έλθουν στην επόμενη εξέταση στο γραφείο μου, όπου τους υπαγορεύω ένα κείμενο μιας σελίδας. Εάν δεν κάνουν ορθογραφικά λάθη, τότε τους βαθμολογώ με τον βαθμό που άξιζε το γραπτό της πρώτης εξέτασης», εξηγεί.
Στο σχολείο το πρόβλημα Το πρόβλημα φυσικά εστιάζεται στην υποχρεωτική εκπαίδευση. «Απαιτείται ριζική αναμόρφωση του ελληνικού σχολείου», λέει ο καθηγητής κ. Βαγενάς. «Δυστυχώς, όσο και εάν αυτό θεωρείται αυτονόητο, τίποτε δεν γίνεται. Ολες οι κυβερνητικές διακηρύξεις περί προτεραιότητας της εκπαίδευσης αποδεικνύονται κενές περιεχομένου. Οι 18χρονοι αποφοιτούν από το λύκειο με ελλιπέστατες εγκύκλιες γνώσεις και πολλοί από αυτούς εισάγονται σε σχολές που τους είναι αδιάφορες. Δυστυχώς, η αύξηση των θέσεων στα ΑΕΙ δεν είναι ουσιαστική όταν η εισαγωγή των υποψηφίων γίνεται με τρόπο ανορθολογικό, τη στιγμή μάλιστα που τα ιδρύματα δεν έχουν το προσωπικό και τις υποδομές να δεχθούν τόσο πολλούς φοιτητές», καταλήγει ο κ. Βαγενάς.
Τα greeklish τα έχουν καταστρέψει όλα «Εισάγονται στο πανεπιστήμιο έχοντας μία φωτογραφική εικόνα της ύλης, την οποία παπαγαλίζουν για τις εξετάσεις», αναφέρει στην «Κ» η αναπληρώτρια καθηγήτρια της Νομικής Αθηνών, και γραμματέας της ομοσπονδίας των πανεπιστημιακών κ. Ευγενία Μπουρνόβα. «Ελάχιστοι πλέον ενδιαφέρονται για την ορθογραφία και τους γραμματικούς κανόνες. Τα greeklish τα έχουν καταστρέψει όλα αυτά», συνεχίζει. Μάλιστα, θυμάται ότι είχε προβληματιστεί ιδιαίτερα με ένα γραπτό φοιτητή της, ο οποίος αναφερόταν στην ... ‹«Εβια». Πρόκειται φυσικά για το δεύτερο μεγαλύτερο νησί της χώρας, την Εύβοια. «Στις θετικές σχολές το πρόβλημα είναι πολύ πιο έντονο. Είχα κάποτε μία συνεργάτιδα, η οποία μάλιστα είχε εισαχθεί από τους πρώτους σε υψηλόβαθμη σχολή πληροφορικής και σε mail της με ρωτούσε : ”Τί ώρα να έλθο;”»

Μαθητές, το ζαμπόν στο σάντουιτς

Tης Tασουλας Kαραϊσκακη (Καθημερινή)
Tα Ελληνόπουλα είναι από τα λιγότερο χαρούμενα παιδιά της Ευρώπης, έδειξε βρετανική έρευνα και ως ένας από τους λόγους αναφέρθηκε η υπερβολική πίεση που ασκείται από το σχολείο. Η πραγματικότητα είναι αρκετά πιο πολύπλοκη. Διότι δεν είναι μόνο το βαρύ πρόγραμμα μελέτης και η ροπή προς τη βαθμοθηρία που δεν αφήνει στα παιδιά ελεύθερο χρόνο, είναι και η πίεση που ασκείται από την οικογένεια για επιτυχία· το συνεχές κέντρισμα του «αλόγου» ώστε να φτάσει και να διατηρηθεί στην πρώτη γραμμή με αντάλλαγμα τη συμμετοχή στις ενήλικες απολαύσεις –κατανάλωση, τηλεθέαση, μύηση στα ανήκουστα, τα παράτυπα, τα σκανδαλιστικά που μας κατατρέχουν.
Τα παιδιά είναι το ζαμπόν στο σάντουιτς μεταξύ σπιτιού και σχολείου. Υπό τη συνεχή διπλή πίεση των εκπαιδευτικών εντολών δασκάλου και γονέα. Οσοι έχουν παιδιά γνωρίζουν καλά τον... καταμερισμό εργασίας μεταξύ σχολείου και οικογένειας. Οι δάσκαλοι, όσο κι αν γκρινιάζουν για την παρέμβαση των υπερπροστατευτικών γονέων στο εκπαιδευτικό τους έργο, μεταθέτουν συστηματικά αξιοσημείωτο κομμάτι των δικών τους διδακτικών ευθυνών στους γονείς. Οι οποίοι, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, ευέλικτα ή άκαμπτα, φιλικά ή αυταρχικά, παίρνουν στα χέρια τους το «νήμα» της εκπαίδευσης των παιδιών τους πέφτοντας ενδόμυχα στην παγίδα να αποδείξουν πόσο καλά τα καταφέρνουν (ως δάσκαλοι στο παιδί και ως μαθητές στον δάσκαλο). Και στομώνουν την κρίση τους, σβήνουν τη φλόγα τους, αναλώνουν τον αναντικατάστατο χρόνο της άγουρης ζωής τους. Η υπερδραστηριότητα γονέων και η αμηχανία εκπαιδευτικών δεν αποτελούν βεβαίως αιτίες, αλλά συνέπειες της παθογένειας του συστήματος και των δραματικών κοινωνικο-οικονομικών αλλαγών (εμμονή στην απόκτηση υλικών αγαθών, άκρατος ανταγωνισμός, φόβος της ανεργίας, έλλειψη χρόνου, απουσία ασφαλούς χώρου για τα παιδιά...). Αν σ’ αυτά προσθέσει κανείς τα λάθη και τις ασυνέπειες μεθόδων και εγχειριδίων, βρίσκει ικανοποιητικές απαντήσεις στο γιατί της ακριβοπληρωμένης αμορφωσιάς μαθητών και αποφοίτων.
Με μέσο όρο πρόσβασης στα πανεπιστήμια το 13 (παρά τη δαπανηρή ψυχοφθόρα πνευματοκτόνο ιδεοληψία της καθολικής εισαγωγής στα ΑΕΙ ή μάλλον ακριβώς λόγω αυτής), με οικτρές επιδόσεις στους διεθνείς διαγωνισμούς (λόγω της ακρισίας που φέρνει η ακατανίκητη παπαγαλία), οι σημερινοί έφηβοι αποτελούν τη ζωντανή απόδειξη της παταγώδους αποτυχίας του θεωρητικώς μεταρρυθμιζόμενου εκπαιδευτικού μας συστήματος. Αγχωμένοι, στερημένοι, κουρασμένοι, ανερμάτιστοι, ευάλωτοι. Διότι υποτιμήθηκε η αξία του χαζολογήματος, του παιχνιδιού, του ελεύθερου χρόνου – μέσα από αυτά βαθαίνει η αυτοεκτίμηση, τροφοδοτείται η αισιοδοξία, κατακτάται η ηρεμία, γεννιέται η χαρά. Στα σκανδιναβικά κράτη, όπου, σύμφωνα με τη βρετανική έρευνα, τα παιδιά είναι περισσότερο ευτυχισμένα, οι μαθητές δεν ωθούνται να ωριμάσουν, αφήνονται να βιώσουν τη μαγεία της παιδικής ηλικίας.
Οχι πολύ παλιά, και στην Ελλάδα τα παιδιά ξέδιναν, χαίρονταν. Πετούσαν την τσάντα κι έτρεχαν για παιχνίδι. Επειτα οι ισορροπίες, ημών των μεγάλων, διαταράχθηκαν. Και ανατράπηκε και η ζωή των παιδιών. Εκτοτε, μικρομέγαλα σε σύγχυση, πλέουν με λάθος μπούσουλα στο πέλαγος της ανοιχτής καταναλωτικής κοινωνίας.

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

Η εκπαιδευτική μετριότητα των ΗΠΑ κοστίζει στην οικονομία

The New York Times
Αναφερόμενος στις χρηματιστηριακές κρίσεις και το πόσο μπορούν να εκθέσουν αδύναμες εταιρείες και κράτη, ο Γουόρεν Μπάφετ είχε δηλώσει ότι «μόνο όταν φύγει η παλίρροια, καταλαβαίνεις ποιος δεν φοράει μαγιό». Πόσο δίκιο είχε! Οι ΗΠΑ αποδεικνύεται ότι κολυμπούσαν γυμνές – με περισσότερους από έναν τρόπους. Οι πιστωτικές «φούσκες» είναι σαν την παλίρροια. Μπορούν να σκεπάσουν τη σκουριά. Στην περίπτωσή μας, η πρόσθετη καταναλωτική ζήτηση και οι θέσεις εργασίας που προήλθαν από την πιστωτική και οικιακή φούσκα, απέκρυψαν όχι μόνο τη βιομηχανική αδυναμία, αλλά κάτι ακόμα χειρότερο, το πόσο πίσω έχουμε μείνει στη βασική εκπαίδευση και πόσο μας κοστίζει αυτό πλέον. Αυτό είναι το συμπέρασμα της νέας έρευνας της συμβουλευτικής εταιρείας McKinsey με τίτλο «Ο οικονομικός αντίκτυπος του ακαδημαϊκού χάσματος στα σχολεία των ΗΠΑ».
Τις δεκαετίες ’50 και ’60, οι ΗΠΑ υπερίσχυαν σε παγκόσμιο επίπεδο ως προς τη βασική εκπαίδευση, αλλά και την οικονομική απόδοση. Τις δεκαετίες του ’70 και ’80, ήμασταν ακόμα πρώτοι, αλλά με μικρότερο προβάδισμα, ενώ εξακολουθούσαμε να ηγούμαστε και της οικονομικής δραστηριότητας, και πάλι όμως με τις μεγάλες οικονομίες, όπως της Κίνας, να πλησιάζουν. Σήμερα έχουμε μείνει πίσω, και στον μέσο όρο αποφοίτων λυκείου, αλλά και στην ποιότητά τους. Ακολουθούν οι συνέπειες. Για παράδειγμα, το 2006 στη Διεθνή Μαθητική Αξιολόγηση, που βαθμολογεί το επίπεδο μόρφωσης για ηλικίες κάτω των 15, η ΗΠΑ κατετάγη 25η και 24η σε σύνολο 30 χωρών, σε μαθηματικά και επιστήμες αντίστοιχα. Αυτό τοποθετεί τον μέσο Αμερικανό μαθητή στο ίδιο επίπεδο με τον αντίστοιχο της Πορτογαλίας και της Σλοβακίας, «σε αντίθεση με μαθητές από χώρες που είναι πιο ανταγωνιστικές στον τομέα των υπηρεσιών και παρέχουν υψηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, όπως ο Καναδάς, η Ολλανδία, η Κορέα και η Αυστραλία», τονίζει η McKinsey. «Οσο περισσότερο παραμένουν οι Aμερικανοί μαθητές στα σχολεία, τόσο χειρότερα αποδίδουν σε σχέση με τους συνομηλίκους τους σε άλλες χώρες», συμπληρώνει. Στον αντίποδα, υπάρχει πληθώρα εκπαιδευτικών καινοτομιών στις ΗΠΑ αυτήν τη στιγμή, αλλά είναι διασκορπισμένες, δημιουργώντας ακαδημαϊκό χάσμα ανάμεσα σε λευκούς, Αφροαμερικανούς, Λατίνους και σε διαφορετικά εισοδήματα.
Χρησιμοποιώντας ένα οικονομικό μοντέλο που δημιουργήθηκε για την έρευνα, η McKinsey υπολόγισε, με στατιστικά της περιόδου 1983–1998, το οικονομικό κόστος αυτού του χάσματος σήμερα. Αν οι ΗΠΑ είχαν κλείσει το διεθνές χάσμα και είχαν αυξήσει την εκπαιδευτική τους απόδοση στο επίπεδο χωρών όπως η Φινλανδία και η Νότια Κορέα, τότε το ΑΕΠ των ΗΠΑ το 2008 θα ήταν 1,3 τρισ. με 2,3 τρισ. δολάρια υψηλότερο. Παρομοίως, αν είχε κλείσει το χάσμα μεταξύ της απόδοσης των μαύρων και Λατίνων μαθητών με τους λευκούς, καθώς και το χάσμα μεταξύ των χαμηλόμισθων με τους υπολοίπους, τότε το ΑΕΠ των ΗΠΑ θα ήταν κατά 310 - 525 δισ. δολ. και 400 - 670 δισ. δολ. μεγαλύτερο αντίστοιχα.
Υπάρχουν βέβαια και ελπιδοφόρα σημάδια, με τον πρόεδρο Ομπάμα να αναγνωρίζει την επείγουσα ανάγκη επένδυσης για τη βελτίωση του εκπαιδευτικού επιπέδου. Παράλληλα, με την πτώση της Wall Street, όλο και περισσότεροι μορφωμένοι νέοι θέλουν να δοκιμάσουν στη διδασκαλία. Η Γουέντι Κοπ, ιδρύτρια του οργανισμού «Teach for America» αναφέρει ότι οι αιτήσεις των αποφοίτων κολεγίου για θέσεις διδασκαλίας το 2010 έχουν αυξηθεί 40%. Ως έναν βαθμό, αυτό οφείλεται στην έλλειψη εργασίας οπουδήποτε αλλού. Από την άλλη, μπορεί να ερμηνευτεί και ως μία ανταπόκριση των μαθητών στην έκκληση για την επίλυση του προβλήματος, που η κυρία Κοπ πιστεύει ότι «η γενιά μας μπορεί να λύσει». Μακάρι να είναι έτσι, διότι, σήμερα, δεν είμαστε ένα έθνος που κινδυνεύει εκπαιδευτικά. Είμαστε ένα έθνος σε παρακμή και η γύμνια μας είμαι εμφανής.