Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

Τον τελευταίο λόγο έχουν οι Eλληνες γονείς

Από την εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (02.Χ.09)
«Η μαμά φεύγει από τη δουλειά της για να έρθει σε μας. Ζητεί πληροφορίες για τα γερμανικά πανεπιστήμια, ενώ το παιδί δεν ξέρει τίποτε για τις κινήσεις της. Δεν γνωρίζει πόσο δύσκολο είναι το γερμανικό σύστημα, δεν ξέρει γερμανικά, δεν έχει ιδέα πώς υποβάλλεται ηλεκτρονικά μία αίτηση σε ΑΕΙ. Ομως, είναι διατεθειμένη να πληρώσει ώστε να δει το παιδί σε μία σχολή. Οι Eλληνες γονείς δίνουν τα πάντα για τα παιδιά, αλλά αυτά δεν μπορούν να αποφασίσουν για τίποτα. Iσως, τελικά, διότι οι γονείς θέλουν να έχουν τον τελευταίο λόγο». Με πικρό χιούμορ, η κ. Κάτια Γέκελ αντιμετωπίζει καθημερινά τον παραλογισμό των ελληνικών οικογενειών όσον αφορά τις σπουδές των παιδιών τους. Η κ. Γέκελ είναι διευθύντρια του Ενημερωτικού Κέντρου Αθηνών της Γερμανικής Υπηρεσίας Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών (DAAD), το οποίο στεγάζεται στο Ινστιτούτο Γκαίτε, επί της οδού Ομήρου. Zει αρκετά χρόνια στη χώρα μας, έχει παντρευτεί Ελληνα νομικό - «Αγαπώ την Ελλάδα», μας λέει-, αλλά έχοντας κριτήριο τη γερμανική πειθαρχία παραμένει αυστηρή με τα στραβά του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. «Το σύστημα πάσχει. Πώς γίνεται οι υποψήφιοι να εισάγονται σε κάποια σχολή στην τύχη, επειδή απλώς τα μόρια εκεί τους κατέταξαν; Πώς μπορεί να μην ενδιαφέρεσαι ουσιαστικά γι' αυτό που σπουδάζεις; Στην Ελλάδα, οι επιστημονικοί κλάδοι κατατάσσονται με βάση τα μόρια εισαγωγής, και οι περισσότεροι νέοι ζητούν συγκεκριμένες σχολές», λέει. Σύμφωνα με την ίδια, σε αυτό φταίνε και οι γονείς. «Οι πιο πολλοί νέοι που περνούν από το Κέντρο δεν είναι ώριμοι για σπουδές στο εξωτερικό. Το σχέδιο είναι των γονιών. Υπήρξαν μητέρες που εκλιπαρούσαν να βρούμε μία θέση για το παιδί. Και όλοι θέλουν Ιατρική, Νομική, Πολυτεχνείο. Τους προτείνω να σκεφτούν κάτι πιο μοντέρνο. «Οχι, Ιατρική», επιμένουν. Αυτό δείχνει ότι δεν υπάρχει ισορροπία και ότι η εκπαίδευση στην Ελλάδα είναι πολύ παραδοσιακή», προσθέτει. «Εκτός από την επιμονή των γονιών και τα κλάματα, τι σας έχει κάνει την πιο μεγάλη εντύπωση;» ρωτώ. Κοντοστέκεται, πίνει λίγο νερό... «Πολλοί ρωτούν εάν ισχύουν όσα γράφουμε στην ιστοσελίδα μας. Φυσικά και ισχύουν, πώς αλλιώς; Ομως, αρκετοί, βάζουν και κάποιον άλλον να ρωτήσει!», απαντά.

Από τον «πάτο», σε υψηλές επιδόσεις (Μετά τη μελέτη του ΟΟΣΑ το 2000 η Γερμανία αναμόρφωσε ριζικά τη σχολική εκπαίδευση)

Της Ζωγιας Kουταλιανου (από την εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 1 Οκτωβρίου 2009)
Οταν το 2000 ο Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ) πραγματοποίησε την πρώτη διεθνή συγκριτική μελέτη επίδοσης των μαθητών Γυμνασίου στο πλαίσιο του διεθνούς προγράμματος PISA, οι Γερμανοί μαθητές, μαζί με τους Eλληνες, Ιταλούς, Ούγγρους, Πολωνούς και Πορτογάλους, κατετάγησαν στην ομάδα των χωρών που «έμειναν μετεξεταστέοι», κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Κοινωνική θύελλα Σε αντίθεση, όμως, με την Ελλάδα, που απεφάνθη διά του υπουργείου Παιδείας πως τα άσχημα αποτελέσματα «μπορούν ν' αποδοθούν στο ότι οι σχετικές ερωτήσεις ήταν προσαρμοσμένες στα Αναλυτικά Προγράμματα των Αγγλοσαξονικών, κυρίως, χωρών», (παραμένοντας έτσι κάτω από το μέσο όρο και στους επόμενους δύο διαγωνισμούς του προγράμματος), στη Γερμανία ξέσπασε πολιτική, κοινωνική και επιστημονική θύελλα. Οι πολιτικοί κλυδωνισμοί απείλησαν την τότε κυβέρνηση Σρέντερ, ενώ μέσα σε τρία μόλις χρόνια η αρθρογραφία για τη σχολική επίδοση, την αξιολόγηση της σχολικής γνώσης και την ποιότητα της εκπαίδευσης έφτασε ν' αριθμεί περίπου 2.500 επιστημονικά άρθρα. Aμεσα συνήλθε η Διαρκής Σύνοδος Υπουργών Παιδείας των κρατιδίων και για πρώτη φορά σε ομοσπονδιακό επίπεδο εισήγαγε ριζική αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών καθώς και εκπαιδευτικά «στάνταρντ», προσανατολίζοντας το σχολείο σε πρακτική κατεύθυνση, μακριά από την αποστήθιση, εμπλουτίζοντας παράλληλα τα αναλυτικά προγράμματα και με στοιχεία που απουσιάζουν απ' το PISA. Eτσι, στον επόμενο διαγωνισμό (2003) η Γερμανία έπιασε το μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ενώ το 2006, πλησίασε τις επιδόσεις των «πρωταθλητών» Φινλανδών. Τη Γερμανική περίπτωση παρουσιάζει η κ. Δάφνη Παπαξάνθη, μεταπτυχιακή φοιτήτρια του Τομέα Παιδαγωγικής της Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ, στο διήμερο Συνέδριο των Φοιτητών του Τομέα «Νέες Φωνές» που ξεκινάει αύριο. Ωστόσο, εξήγησε η ίδια, αρχικώς επιχείρησε να μελετήσει το Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα υπό το πρίσμα του PISA και των εξελίξεων που ενδεχομένως συντελέστηκαν. «Δυστυχώς, στη χώρα μας η σχετική συζήτηση δεν άνοιξε ποτέ», ανέφερε. Αντίστοιχες διαπιστώσεις για τα κενά του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος αλλά και για την καθυστέρηση στην εισαγωγή σύγχρονων παιδαγωγικών αντιλήψεων και μεθόδων κάνουν και οι υπόλοιποι ομιλητές του συνεδρίου. Σύμφωνα με την υποψήφια διδάκτορ κ. Μαρία Κοντοβά, τα πολιτικοστρατιωτικά περιστατικά βίας βρίσκονται στον πυρήνα της ιστορικής αφήγησης στα βιβλία Ιστορίας των τριών τάξεων του Γυμνασίου που μελέτησε. Μακριά από την «παιδαγωγική της ειρήνης» που υποστήριξε και η UNESCO, ανέφερε, τα κεφάλαια που αφορούν τον πολιτισμό και τις ειρηνικές περιόδους είναι λιγότερα και περιορισμένης έκτασης, ενώ διαχωρίζονται από εκείνα που αναφέρονται στις συγκρούσεις. Το αποτέλεσμα, κατά την ίδια, είναι ότι για τους μαθητές η ιστορική εξέλιξη ταυτίζεται με τα πολιτικά - πολεμικά γεγονότα. Στο πεδίο της πολυπολιτισμικής τάξης, το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα συνεχίζει ακάθεκτο τη μονόγλωσση εκπαίδευση στα ελληνικά. Ωστόσο με αυτό τον τρόπο, τόνισε η μεταπτυχιακή φοιτήτρια κ. Σοφία Μαντζανίδου που μελέτησε δέκα αλλοδαπούς και παλιννοστούντες μαθητές, αυτοί οι μαθητές περιθωριοποιούνται, αισθάνονται ανασφάλεια και χάνουν κάθε αναφορά στα βιώματά τους, απορρίπτοντας τελικά είτε τη μητρική είτε την ελληνική γλώσσα και ταυτότητα, και μειονεκτώντας κοινωνικά. Η χρήση του υπολογιστή Η χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή ως μέσου διδασκαλίας, εξάλλου, δεν αποτελεί μέρος των σπουδών των μελλοντικών φιλολόγων, και άρα δύσκολα θα αξιοποιηθεί στη διδακτική πρακτική τους, όπως δείχνει η έρευνα του μεταπτυχιακού φοιτητή κ. Μενέλαου Τζιφόπουλου μεταξύ 253 φοιτητών του τμήματος Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής του ΑΠΘ.