Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

Από τον «πάτο», σε υψηλές επιδόσεις (Μετά τη μελέτη του ΟΟΣΑ το 2000 η Γερμανία αναμόρφωσε ριζικά τη σχολική εκπαίδευση)

Της Ζωγιας Kουταλιανου (από την εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 1 Οκτωβρίου 2009)
Οταν το 2000 ο Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ) πραγματοποίησε την πρώτη διεθνή συγκριτική μελέτη επίδοσης των μαθητών Γυμνασίου στο πλαίσιο του διεθνούς προγράμματος PISA, οι Γερμανοί μαθητές, μαζί με τους Eλληνες, Ιταλούς, Ούγγρους, Πολωνούς και Πορτογάλους, κατετάγησαν στην ομάδα των χωρών που «έμειναν μετεξεταστέοι», κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Κοινωνική θύελλα Σε αντίθεση, όμως, με την Ελλάδα, που απεφάνθη διά του υπουργείου Παιδείας πως τα άσχημα αποτελέσματα «μπορούν ν' αποδοθούν στο ότι οι σχετικές ερωτήσεις ήταν προσαρμοσμένες στα Αναλυτικά Προγράμματα των Αγγλοσαξονικών, κυρίως, χωρών», (παραμένοντας έτσι κάτω από το μέσο όρο και στους επόμενους δύο διαγωνισμούς του προγράμματος), στη Γερμανία ξέσπασε πολιτική, κοινωνική και επιστημονική θύελλα. Οι πολιτικοί κλυδωνισμοί απείλησαν την τότε κυβέρνηση Σρέντερ, ενώ μέσα σε τρία μόλις χρόνια η αρθρογραφία για τη σχολική επίδοση, την αξιολόγηση της σχολικής γνώσης και την ποιότητα της εκπαίδευσης έφτασε ν' αριθμεί περίπου 2.500 επιστημονικά άρθρα. Aμεσα συνήλθε η Διαρκής Σύνοδος Υπουργών Παιδείας των κρατιδίων και για πρώτη φορά σε ομοσπονδιακό επίπεδο εισήγαγε ριζική αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών καθώς και εκπαιδευτικά «στάνταρντ», προσανατολίζοντας το σχολείο σε πρακτική κατεύθυνση, μακριά από την αποστήθιση, εμπλουτίζοντας παράλληλα τα αναλυτικά προγράμματα και με στοιχεία που απουσιάζουν απ' το PISA. Eτσι, στον επόμενο διαγωνισμό (2003) η Γερμανία έπιασε το μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ενώ το 2006, πλησίασε τις επιδόσεις των «πρωταθλητών» Φινλανδών. Τη Γερμανική περίπτωση παρουσιάζει η κ. Δάφνη Παπαξάνθη, μεταπτυχιακή φοιτήτρια του Τομέα Παιδαγωγικής της Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ, στο διήμερο Συνέδριο των Φοιτητών του Τομέα «Νέες Φωνές» που ξεκινάει αύριο. Ωστόσο, εξήγησε η ίδια, αρχικώς επιχείρησε να μελετήσει το Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα υπό το πρίσμα του PISA και των εξελίξεων που ενδεχομένως συντελέστηκαν. «Δυστυχώς, στη χώρα μας η σχετική συζήτηση δεν άνοιξε ποτέ», ανέφερε. Αντίστοιχες διαπιστώσεις για τα κενά του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος αλλά και για την καθυστέρηση στην εισαγωγή σύγχρονων παιδαγωγικών αντιλήψεων και μεθόδων κάνουν και οι υπόλοιποι ομιλητές του συνεδρίου. Σύμφωνα με την υποψήφια διδάκτορ κ. Μαρία Κοντοβά, τα πολιτικοστρατιωτικά περιστατικά βίας βρίσκονται στον πυρήνα της ιστορικής αφήγησης στα βιβλία Ιστορίας των τριών τάξεων του Γυμνασίου που μελέτησε. Μακριά από την «παιδαγωγική της ειρήνης» που υποστήριξε και η UNESCO, ανέφερε, τα κεφάλαια που αφορούν τον πολιτισμό και τις ειρηνικές περιόδους είναι λιγότερα και περιορισμένης έκτασης, ενώ διαχωρίζονται από εκείνα που αναφέρονται στις συγκρούσεις. Το αποτέλεσμα, κατά την ίδια, είναι ότι για τους μαθητές η ιστορική εξέλιξη ταυτίζεται με τα πολιτικά - πολεμικά γεγονότα. Στο πεδίο της πολυπολιτισμικής τάξης, το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα συνεχίζει ακάθεκτο τη μονόγλωσση εκπαίδευση στα ελληνικά. Ωστόσο με αυτό τον τρόπο, τόνισε η μεταπτυχιακή φοιτήτρια κ. Σοφία Μαντζανίδου που μελέτησε δέκα αλλοδαπούς και παλιννοστούντες μαθητές, αυτοί οι μαθητές περιθωριοποιούνται, αισθάνονται ανασφάλεια και χάνουν κάθε αναφορά στα βιώματά τους, απορρίπτοντας τελικά είτε τη μητρική είτε την ελληνική γλώσσα και ταυτότητα, και μειονεκτώντας κοινωνικά. Η χρήση του υπολογιστή Η χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή ως μέσου διδασκαλίας, εξάλλου, δεν αποτελεί μέρος των σπουδών των μελλοντικών φιλολόγων, και άρα δύσκολα θα αξιοποιηθεί στη διδακτική πρακτική τους, όπως δείχνει η έρευνα του μεταπτυχιακού φοιτητή κ. Μενέλαου Τζιφόπουλου μεταξύ 253 φοιτητών του τμήματος Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής του ΑΠΘ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: